Δευτέρα, Ιανουαρίου 23, 2006

Τζέοφγκ και Γκουάνχ (Κεφάλαιο 2ο)

Τα αστράκια δεν ήταν άλλα από τα μάτια της Γκουάνχ που αλλοιθώριζαν ελαφρώς.
Αστραφτερά σαν πέταλα αλόγου κροτάλιζαν τις χάλκινες βλεφαρίδες τους και η Γκουάνχ περίμενε τον καλό της να γυρίσει επιτέλους στο σπιτάκι τους, έστω και με τη μηχανή του.

Αυτή η μηχανή πετάγματος τους είχε κάνει μαλλιά κουβάρια τον τελευταίο καιρό. Σίγουρα προτιμούσε η Γκουάνχ το ψάρεμα, γιατί κάπου-κάπου ο Τζέοφγκ την έπαιρνε μαζί του σέρνοντάς τη δεμένη με το σκοινί της μπουγάδας. Δεν ήθελε να τη χάσει κι έτσι την έσερνε δεμένη πάντα και παντού όταν την έβγαζε έξω. Η Γουάνχ δεν δυσανασχετούσε καθόλου, επειδή όπου αλλού ήταν καλύτερα, φτάνει να έφευγε απο το Γκαγκάρινγκεν.

Αυτό το κολονήσι της έσπαγε τα νεύρα με τη μαυρίλα του. Ολα μαύρα ένα γύρω, τα βράχια, τα βραχοπούλια, τα ψάρια και τα φύκια. Μαύρη κι αυτή η ίδια, μαύρος και ο Τζέοφγκ, σαν να καταπίνονταν απο το νησιώτικο όγκο. Τώρα με τη μηχανή θα πήγαιναν παντού, θα ταξίδευαν στ' αστέρια, πολύ μακριά, ακόμα και στο Γαλαξία του Σάντερεντ θα φτάνανε κάποτε, ποιος ξέρει.

«Πάλι φύκια;» μουρμούρισε ο Τζέοφγκ κατεβάζοντας μούτρα, μόλις αντίκρυσε τα μαύρα καύκαλα γεμάτα ένα πηχτό πολτό, κατάμαυρο κι αυτόν.

«Ε, αγαπούλι μου, βλέπεις πως δεν μπορώ να ψαρεύω έτσι δεμένη που μ' έχεις» απάντησε η Γκουάνχ γέρνοντας το κεφάλι, τινάζοντας χαριτωμένα την κατάμαυρη χαίτη της, προσθέτοντας με κάποια διστακτικότητα «Πότε θα μου φτιάξεις κι εμένα μια μηχανή να πετάω;»

«Ποτέ!» ήρθε η απάντηση του Τζέοφγκ απόλυτη όπως απόλυτα εκφραζόταν ανέκαθεν «οι γυναίκες δεν πετούν, ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ να πετούν» τόνισε και, απλώνοντας τις πλατύποδες πατούσες του στο χαμηλό πέτρινο ντιβάνι με το κατάμαυρο σκέπασμα, άρπαξε το καύκαλο με τα φύκια και ρούφηξε με βουλιμία όλο το περιεχόμενο. Μετά, άφησε μια κραυγή ικανοποίησης κι έγλυψε τα χείλια του, μαύρα και αυτά.

«Α, σου άρεσε λοιπόν» πέταξε ελαφρώς χαιρέκακα η Γκουάνχ και πήρε το καύκαλο να το καθαρίσει με μαύρη άμμο.

«Το δικό σου δε θα το φας;» ρώτησε ο Τζέοφγκ.

«Εφαγα πριν έρθεις και δεν πεινάω άλλο, αν θες φάτο κι αυτό» είπε η Γκουάνχ κι άλλο που δεν ήθελε ν' ακούσει ο Τζέοφγκ, άρπαξε και καταβρόχθισε στα γρήγορα και το δεύτερο και πέταξε το καύκαλο στον αέρα για να προσγειωθεί απαλά στην άμμο.

Ο σκοτεινόχρωμος ήλιος κόντευε να δύσει, το φως λιγόστευε όλο και περισσότερο, και τα πέντε φεγγάρια αργούσαν να φανούν.

«Λύσε με να ξεκουράσω λίγο τα πόδια μου» παρακάλεσε η Γκουάνχ, αλλά ο Τζέοφγκ ροχάλιζε κιόλας ξαπλωμένος στο πλευρό πάνω στο κοχυλένιο στρώμα, κατάμαυρο κι αυτό, που άφηνε τσιριχτούς ήχους -τα κοχύλια έτριζαν κάτω από το βάρος του.